Παρατηρώ ότι τους τελευταίους μήνες, σε εφημερίδες και τηλεοπτικά κανάλια, μια υπερδιέγερση σχετικά με τη νεώτερη ελληνική ιστορία. Στις εφημερίδες της Κυριακής δίνονται τόμοι με τη σύγχρονη ιστορία, στις καθημερινές θα βρείτε ειδικά αφιερώματα, προσανατολισμένα όλα σε δύο μεγάλες περιόδους, από το 1940 έως τη Χούντα και από την τραγωδία της Κύπρου, μέχρι το 2004 περίπου, όπου θεωρείται σημείο – ορόσημο η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων.

Η περίοδος από τη γερμανική κατοχή μέχρι την επιβολή της δικτατορίας, είναι μια από τις πιο μεστές ιστορικές περιόδους της Ελλάδας. Περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που την καθιστούν καταιγιστική και ελκυστική. Έχει ανατροπές, μίση και τρεις ουσιαστικά πολέμους. Περιέχει την ελληνική αντίσταση που καταλήγει στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την απελευθέρωση, τη μαύρη σελίδα του εμφυλίου πολέμου και την τραγική σελίδα – επίλογο μιας δραματικής τριλογίας, που ολοκληρώνεται με τη μάχη της Κύπρου (αν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε έτσι) και τη δημιουργία της αιμοφιλικής πληγής που μέχρι σήμερα αιμορραγεί και έχω την αίσθηση ότι θα το κάνει για αρκετά ακόμα χρόνια.

Είναι μια περίοδος που έχει και άλλα «ελκυστικά» χαρακτηριστικά. Τα περισσότερα ιστορικά αρχεία και στοιχεία της είναι είτε κατεστραμμένα, είτε ανύπαρκτα. Μέσα της χωρά κάθε σενάριο που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένας ευφάνταστος νους, ενώ έχει άφθονο χώρο για συνωμοσιολόγους και θεωρίες που είναι ικανές να εμπλέξουν ακόμα και την αρχή δημιουργίας του σύμπαντος προκειμένου να αποκτήσουν υπόβαθρο αληθείας.

Πρόσφατα, στη ΝΕΤ – την κρατική τηλεόραση – είδα ένα ντοκιμαντέρ, ελληνικής παραγωγής, που ούτε λίγο, ούτε πολύ, για οτιδήποτε συνέβη στην Ελλάδα από την έναρξη του εμφυλίου, μέχρι την Κύπρο, καθιστούσε απόλυτα υπεύθυνους τους Αμερικάνους και τους Βρετανούς. Μέσα σε όλα αυτά, κάποια στιγμή – πρώτη φορά άκουσα αυτόν τον διαχωρισμό – τα δυο «στρατόπεδα» της χώρας μετά τον εμφύλιο ήταν οι «δημοκράτες» και οι «καπιταλιστές». Αυτή την ομαδοποίηση το ντοκιμαντέρ τη διατήρησε από τον εμφύλιο μέχρι και την Κύπρο !

Από αυτό το ντοκιμαντέρ δεν με ενόχλησε το έντονο αντιαμερικανικό στοιχείο που στο κάτω – κάτω μπορεί κάλλιστα να αποτελεί μια ιστορική άποψη, ή ακόμα και ένα δεδομένο μελέτης, όσο η παρουσίαση του ελληνικού λαού ως ένα απόλυτα κατευθυνόμενο, άβουλο και πειθήνιο σύνολο ανθρώπων που κατευθυνόταν από τις συγκυρίες και τις επιθυμίες κάποιων τρίτων, κλεισμένων σε γραφεία, πολύ μακριά από το φυσικό ελλαδικό χώρο.

Εσκεμμένα βέβαια, καθ’ όλη τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ αποφεύχθηκαν οι αναφορές στις διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, γεγονότα που εν πολλοίς ενέταξαν την Ελλάδα σε ένα σχεδιασμό συγκεκριμένου προσανατολισμού. Το ίδιο εσκεμμένα, αποφεύγονταν οι απαραίτητες διευκρινίσεις που έπρεπε να γίνουν σε σχέση με την άλλη πλευρά των συμφωνιών, εκείνη δηλαδή της ΕΣΣΔ, πλευρά η οποία αποδέχθηκε απόλυτα και συνυπέγραψε την ένταξη της Ελλάδας στη σφαίρα επιρροής των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Είτε μας αρέσει αυτό, είτε όχι, δεν μπορεί να μην αποτελεί τη βάση, το υπόβαθρο μιας μελέτης της ιστορίας εκείνης, αλλά και της μετέπειτα περιόδου.

Το ίδιο εσκεμμένα, έως και τεχνηέντως, αποκρύπτεται και η σκληρή μοίρα των χωρών που εντάθηκαν στη σφαίρα επιρροής της ΕΣΣΔ, χώρες που κατέληξαν να βιώσουν για περισσότερο από 4 δεκαετίες την σταλινική – κομμουνιστική πραγματικότητα που υπήρξε απολυταρχική, αδίστακτη και ολοκληρωτική. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι η ίδια η ΕΣΣΔ ήταν εκείνη που καταδίκασε και έστειλε στη Σιβηρία (και σε άλλους σοβιετικούς «παραδείσους») τους Έλληνες πρωταγωνιστές των γεγονότων του εμφυλίου από την πλευρά της Αριστεράς, τους καταδίκασε για τις αποφάσεις τους και ουσιαστικά για τη μη αποδοχή από μέρους τους της συμφωνηθείσας πραγματικότητας μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Με όλα αυτά η Ελλάδα έχασε πολύτιμο χρόνο την ώρα που η υπόλοιπη Ευρώπη επούλωνε τις πληγές της. Η περίοδος του εμφυλίου, η μετεμφυλιακή περίοδος και η σκοτεινή επταετία, στέρησαν από τη χώρα περίπου 25 χρόνια εξέλιξης, ηρεμίας και προόδου. Και όταν λέω πρόοδο δεν μιλάω μόνο για τεχνολογία και βιομηχανία. Μιλώ για κουλτούρα, πολιτική νηνεμία, παραγωγική γαλήνη, παιδεία και υποδομές ενός κράτους απαγκιστρωμένου από το ταραχώδες παρελθόν. Στην Ελλάδα ακόμα και σήμερα πολλοί προβληματίζονται για το αν θα έπρεπε τελικά να είχαν παραδοθεί ή όχι τα όπλα (όσα παραδόθηκαν) μετά τη Βάρκιζα …

Πρόσφατα μάλιστα, διάβασα σε ένα βιβλίο το εξής καταπληκτικό. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, στα βουνά της Κρήτης ανακαλύπτονταν θύλακες ομάδων ενόπλων που ακόμα δεν είχαν μάθει ότι ο εμφύλιος είχε τελειώσει ! Παρέμεναν με τα όπλα στο βουνό, ζώντας κάτω από φοβερές συνθήκες, περιμένοντας το φιρμάνι των οδηγιών για την περαιτέρω δράση τους. Κρατήστε το αυτό, θα μας χρειαστεί παρακάτω.

Σε όλη αυτή την ταραγμένη 20ετή περίοδο, το «βουνό» αποκτά έναν μυθικό ρόλο. Είναι το σημείο – ορόσημο της αντίστασης εναντίον των Γερμανών, αποκτά όμως ακόμα πιο ιδιαίτερη σημασία από τους αριστερούς ως τον προορισμό τους κάθε φορά που τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τους είχαν πιθανώς υποσχεθεί οι ηγέτες τους.

Τα γράφω όλα αυτά, γιατί σήμερα θα βρούμε πολλές ομοιότητες με το πνεύμα εκείνων των εποχών. Τότε ήταν το Σχέδιο Μάρσαλ, η ΟΥΝΡΑ, η συμμαχική βοήθεια που έδιναν στην Ελλάδα οξυγόνο επιβίωσης (άσχετα με το αν χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα κάποιες φορές ή αν ένα μέρος διασπαθίστηκε), σήμερα είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, τα πακέτα Ντελόρ και οι διάφορες επιδοτήσεις ή δάνεια (άσχετα με το αν χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα κάποιες φορές ή αν ένα μέρος διασπαθίστηκε) που οδήγησαν τη χώρα στο σημείο – ορόσημο των Ολυμπιακών Αγώνων, σημείο που αμφισβητώ έντονα ως τέτοιο, αλλά το χρησιμοποιώ για να μην πάω τελείως κόντρα στις λεκτικές επιλογές των … βαθυστόχαστων ντοκιμαντέρ της ελληνικής κρατικής τηλεόρασης.

Και τότε και σήμερα, αφού χρησιμοποιήσαμε ως κράτος – όχι υποχρεωτικά ως μονάδες ο καθένας χωριστά – όλους αυτούς τους οικονομικούς πόρους, μέχρι τελευταίας ρανίδας, αφού στηρίξαμε την αγροτική μη παραγωγή μας, τη μη βιομηχανική μας ανάπτυξη και τον αναιμικό πρωτογενή μας τομέα σε επιδοτήσεις και δανειακές συμβάσεις, αφού επιχειρήσαμε να γίνουμε μια χώρα παραγωγής υπηρεσιών και τελικά βρεθήκαμε να είμαστε οι καλύτεροι και μεγαλύτεροι καταναλωτές εισαγόμενων υπηρεσιών, καταγγέλλουμε και κατακεραυνώνουμε όλους εκείνους που μας έδωσαν και συνεχίζουν να μας δίνουν.

Όπως τότε, ο αντιαμερικανισμός πότιζε τους «επαναστάτες» της Ελλάδας που μετά έγιναν οι πιο καλοντυμένοι και πιο χοντροί συνδαιτυμόνες στα τραπεζώματα της αμερικανικής πρεσβείας, έτσι σήμερα υπάρχει ένας αντιευρωπαϊσμός από εκείνους που έβγαζαν τις ωραιότερες φωτογραφίες στην ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, κραδαίνοντας το ευρώ στον αέρα.

Και τώρα, εγώ δεν θέλω πλατείες, κιθάρες, τραγούδια και αρχαιοελληνικές αναζητήσεις. Αν θέλουμε έστω και τώρα, ας ξανανεβούμε στο «βουνό» ή πιο αντρίκια ας πούμε ότι το μαγαζί φαλίρισε, δεν δίνουμε πίσω μια, πτωχεύουμε και είμαστε έτοιμοι να τη βγάζουμε με λάχανο, μαρούλι και ντομάτα από τον κήπο μας.

Το «βουνό» του σήμερα είναι αυτό. Να συμφωνήσουμε όλοι ότι είμαστε έτοιμοι να αρχίσουμε από το απόλυτο μηδέν, μόνοι και ανεξάρτητοι από τον οποιονδήποτε με ό,τι συνέπειες θα έχει αυτό. Και μετά από καμιά 30αριά χρόνια επιστρέφουμε.

Είναι λοιπόν το «βουνό» ξανά ελκυστικό ;


Korinthius Maximus
Περιοδικό MyPress - Τεύχος 28 - Ιούνιος 2011





Αντιδράσεις: 
You can leave a response, or trackback from your own site.

0 Response to "Είναι το «βουνό» ξανά ελκυστικό ; - Από το περιοδικό MyPress"